Αϊβάζης  Αϊβάζη

Τύπος

Επαγγελματικό

Ετυμολογία

Από την τουρκική λέξη ayvaz = υπηρέτης.

Ομόρριζα Επώνυμα

Αϊβαζίδης Αϊβαζίδη ή Αϊβαζίδου
Αϊβάζογλου Αϊβάζογλου